ΤΟΠΙΚΑ ΝΕΑ

Εγκλήματα πάθους με θύματα γυναίκες – του Μάνου Τεχνίτη, Δικηγόρου – Εγκληματολόγου

Το 2021 έως τώρα σημαδεύτηκε από 11 πολύκροτες υποθέσεις δολοφονίας γυναικών, με τελευταία αυτή της «Δώρας» στη Ρόδο. Τα κοινωνικά δίκτυα βρίθουν από απόψεις, προτάσεις, συστάσεις και φυσικά αναθέματα προς τους δράστες και «την κοινωνία που τους μεγαλώνει». Παράλληλα οι τηλεδίκες μονοπωλούν τον τηλεοπτικό χρόνο με στόχο τα νούμερα, πάντα με αφορμή «το δικαίωμα πληροφόρησης της κοινής γνώμης». Με αφορμή λοιπόν τη δολοφονία της Δώρας θα είχε ενδιαφέρον να κάνουμε κάποιες επισημάνσεις σχετικά με αυτού του είδους τις εγκληματικές συμπεριφορές με ένα όσο το δυνατό πιο απλό τρόπο.

Όπως όλοι έχουμε παρατηρήσει, πολλοί αναφέρονται σε αυτού του είδους τις δολοφονίες ως «γυναικοκτονίες», το οποίο σε πρώτη ανάγνωση φαίνεται λογικό αφού τα θύματα είναι γυναίκες. Ωστόσο, ο όρος «γυναικοκτονία» σχετίζεται με μια ευρύτερη τάση προσέγγισης αυτών των δολοφονιών ως ένα ιδιαίτερο φαινόμενο θυματοποίησης των γυναικών μόνο εκ του γεγονός ότι είναι γυναίκες, κάτι που τίθεται υπό σοβαρή αμφισβήτηση.

Σε υποθέσεις εγκλημάτων που μοιάζουν με την περίπτωση της Δώρας, η ανθρωποκτονία συνήθως δεν γίνεται όπως λέμε «από την μια στιγμή στην άλλη». Αποτελεί την κατάληξη μιας σταδιακά κλιμακούμενης συμπεριφοράς, η οποία ενδεχομένως να μη γίνεται εξ αρχής αντιληπτή από το θύμα ή εκείνο να το θεωρεί ως απλή ζήλεια.

Τα εγκλήματα πάθους είναι συνήθως κάτι πολύ πιο περίπλοκο από την απλή ζήλια. Tο πραγματικό κίνητρο της συμπεριφοράς του δράστη είναι η προσπάθεια επανασύνδεσης με το θύμα, μετά από διάρρηξη της μεταξύ τους σχέσης. Ιδιαίτερης σημασίας εδώ είναι η προηγούμενη παθολογική ζήλια του δράστη («σύνδρομο του Οθέλλου»), ως έκφρασης μιας ευρύτερης κτητικής συμπεριφοράς.

Στην αρχή ο δράστης μπορεί να πιστεύει ότι το θύμα διέκοψε τη σχέση μαζί του λόγω μιας παρεξήγησης ή  επειδή «κάποιοι άλλοι το επηρέασαν», ή ακόμα και να θεωρεί ότι το θύμα συνεχίζει να είναι ερωτευμένο μαζί του (ερωτομανία). Στη συνέχεια, συνήθως ακολουθούν συμπεριφορές παρακολούθησης και έπειτα εμμονικής παρενόχλησης, οι οποίες από ένα σημείο και έπειτα μετατρέπονται σε πραγματικές απειλές. Μέχρι τη στιγμή που το θύμα αρχίζει να φοβάται πραγματικά, ίσως να νιώθει ακόμα και «κολακευμένο» από  αυτό το «κυνήγι του αρσενικού». Η αλήθεια είναι ότι τέτοια περιστατικά συμβαίνουν πολύ συχνότερα από όσο κανείς θα πίστευε, ωστόσο πολύ λίγοι δράστες φθάνουν έως το σημείο να υλοποιούν τις απειλές τους.

Ένα άλλο στοιχείο που πρέπει να προσεχθεί, είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις ο δράστης μιας τέτοιας πράξης εμφανίζει μια γενικότερα επιθετική συμπεριφορά, η οποία -δυστυχώς- μπορεί να εκληφθεί από μια γυναίκα ως ένδειξη «αρρενωπότητας» ή στάση κυριαρχίας, κάτι από το οποίο αυτή έλκεται.

Στη ερώτηση «αν φταίνε οι γονείς του δράστη για τη συμπεριφορά του», η απάντηση δεν είναι τόσο δεδομένη. Στη διαμόρφωση μιας εγκληματικής συμπεριφοράς – όπως γενικότερα της συμπεριφοράς-  δεν παίζει πάντα και μόνο ρόλο η οικογένεια, αφού μπορεί να επηρεάζεται από δεκάδες παράγοντες ψυχολογικούς, κοινωνικούς ακόμα και βιολογικούς.

Βέβαια, το ερώτημα πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις είναι πώς αποφεύγεται μελλοντικά η επανάληψη τέτοιων περιστατικών και τι μπορούμε να κάνουμε είτε σε ατομικό επίπεδο είτε σε επίπεδο κοινωνίας.  Σε ατομικό επίπεδο είναι σημαντικό το «σπάσιμο της σιωπής» αναφορικά με περιστατικά βίας ψυχολογικής ή σωματικής. Όπως αναφέραμε η συμπεριφορά του συντρόφου μέχρι τη δολοφονία περνά από προηγούμενες εκφράσεις βίας, οι οποίες δεν πρέπει να παρερμηνευθούν από το θύμα ή τους οικείους του ως κάτι «φυσιολογικό» ή «αναμενόμενο». Παράλληλα η κοινωνία πρέπει να εργαστεί συλλογικά για την κατάρριψη στερεοτύπων που είναι βαθιά ριζωμένα στο συλλογικό ασυνείδητο της ελληνικής κοινωνίας, μέσω της εκπαίδευσης, της δράσης αλλά και της αλλαγής συμπεριφοράς σε απλά καθημερινά πράγματα.

Όπως είδαμε, αυτού του είδους οι συμπεριφορές, διαμορφώνονται στο πλαίσιο των δυναμικών που αναπτύσσονται σε μια ερωτική – σεξουαλική σχέση με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και από τις δύο πλευρές. Έτσι, το πρώτο πράγμα που έχει να κάνει μια γυναίκα που θέλει να προστατευτεί, είναι να επιλέγει προσεκτικά το σύντροφο της, αξιολογώντας κατάλληλα «τα σημάδια» στη συμπεριφορά του. Ως τέτοιους δείκτες θα μπορούσαμε εντελώς ενδεικτικά να αναφέρουμε την προηγούμενη παραβατική συμπεριφορά, επιθετικότητα, λεκτική βία σε κοντινούς του ανθρώπους, τάσεις αυτοδιακινδύνευσης, κακές σχέσεις με τους γονείς, αδυναμία να συνάψει σταθερές σχέσεις κ.λπ.

 

Μάνος Τεχνίτης

Δικηγόρος – Εγκληματολόγος.



ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ