ΥΓΕΙΑ

Εκτός ΕΣΥ το 25% του νοσηλευτικού προσωπικού – Οι συνέπειες για τους ασθενείς

 

Όσον αφορά τον αριθμό των νοσηλευτών, η Ελλάδα κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, καθώς τα τελευταία χρόνια υπολογίζεται ότι έχουν χαθεί μία στις 4 μόνιμες θέσεις εργασίας. Τι σημαίνει αυτό για τη φροντίδα των ασθενών.

Διαχρονικό έχει γίνει πλέον το πρόβλημα της έλλειψης νοσηλευτικού προσωπικού που αντιμετωπίζει το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ), κάτι που πλέον και σύμφωνα με επιστημονικά δεδομένα, θέτει σε κίνδυνο τόσο τους ασθενείς όσο και τους ίδιους τους νοσηλευτές.

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η Ελλάδα κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις με μόλις 3,8 νοσηλευτές ανά 1.000 κατοίκους, ενώ ο μέσος όρος στις χώρες μέλη ανέρχεται σε 9,2.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο δείκτης αναλογίας νοσηλευτών ανά κλίνη στη χώρα μας είναι ανησυχητικά χαμηλός, αγγίζοντας μόλις το 0,47 για τους νοσηλευτές ΠΕ-ΤΕ και 0,83 για όλες τις βαθμίδες (μελέτη Τζιάλλας κ.ά., 2018).

Στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ το 2022 θέτουν τον δείκτη αυτό στο 0,88, ωστόσο, ακόμα και αν δεχθούμε το καλύτερο σενάριο, η υποστελέχωση παραμένει δραματική.

Παράλληλα, το νοσηλευτικό προσωπικό γηράσκει, φέρει βαρύ φόρτο εργασίας και δεν ανανεώνεται επαρκώς.

«Το νοσηλευτικό προσωπικό υποχρεώνεται σε εξαντλητικές βάρδιες, συχνά διπλές και νυχτερινές, σε επισφαλείς συνθήκες που αγγίζουν τα όρια της παραβίασης εργασιακών δικαιωμάτων και προσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η συνέχιση αυτών των συνθηκών εργασίας όχι μόνο πλήττει την ψυχική και σωματική υγεία των νοσηλευτών, αλλά υποβαθμίζει και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, θέτοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια και την ευημερία των ασθενών», αναφέρει σε ανακοίνωσή της η Πανελλήνια Συνδικαλιστική Ομοσπονδία Νοσηλευτικού Προσωπικού (ΠαΣΟΝοΠ), με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα του Νοσηλευτή (12 Μαΐου).

Πόσες οργανικές θέσεις νοσηλευτών χήρεψαν τα τελευταία 12 χρόνια

Σύμφωνα με στοιχεία της Πανελλήνιας Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας Νοσηλευτικού Προσωπικού (ΠαΣΟΝοΠ) και δημοσιευμένες σε επιστημονικά περιοδικά μελέτες, το 25% των οργανικών θέσεων νοσηλευτών στο ΕΣΥ παραμένουν κενές. Αυτό σημαίνει ότι σήμερα 1 στις 4 θέσεις που προβλέπονται από τον νόμο, δεν καλύπτεται από προσωπικό.

Άλλωστε, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Εσωτερικών, τα τελευταία 11 χρόνια το μόνιμο προσωπικό του υπουργείου Υγείας έχει μειωθεί κατά 25%.

Ωστόσο, οι πραγματικές ανάγκες είναι πολύ μεγαλύτερες από το 25%, καθώς ο αριθμός των οργανικών θέσεων προκύπτουν από παλαιό προεδρικό διάταγμα (87/1986), το οποίο θεωρείται ανεπαρκές, αντιεπιστημονικό και ανασφαλές από διεθνείς οργανισμούς (ΠΟΥ, ΟΟΣΑ, ICN).

Το διάταγμα αυτό υπολογίζει τον αριθμό των νοσηλευτών με βάση τον αριθμό των κλινών, χωρίς διάκριση τμήματος.

Αντιθέτως, η σύγχρονη διεθνής πρακτική ορίζει ότι η στελέχωση σε νοσηλευτικό προσωπικό καθορίζεται ανά τμήμα, λαμβάνοντας υπόψη:

  • Βαρύτητα περιστατικών: Ένα τμήμα ΜΕΘ, για παράδειγμα, έχει σαφώς διαφορετικές ανάγκες από άλλα τμήματα.
  • Βάρδια: Ο αριθμός των απαραίτητων νοσηλευτών διαφοροποιείται ανά βάρδια.
  • Ρεπό και άδειες: Η στελέχωση οφείλει να καλύπτει και τις ημέρες ανάπαυσης και κανονικής ή εκπαιδευτικής άδειας.

Ως αποτέλεσμα του ξεπερασμένου συστήματος υπολογισμού, οι οργανικές θέσεις υποτιμούν δραματικά τις πραγματικές ανάγκες του ΕΣΥ σε νοσηλευτικό προσωπικό.

Η έλλειψη προσωπικού, σε συνδυασμό με τις κακές συνθήκες εργασίας και τους χαμηλούς μισθούς, οδηγεί σε φαινόμενα εξουθένωσης και φυγής νοσηλευτών στο εξωτερικό, θέτοντας σε κίνδυνο την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας και την ασφάλεια των ασθενών στην Ελλάδα.

Οι συνέπειες της έλλειψης νοσηλευτών στην υγεία των ασθενών

Η έλλειψη νοσηλευτικού προσωπικού αποτελεί ένα σοβαρό πρόβλημα με δραματικές επιπτώσεις στην ποιότητα φροντίδας και την ασφάλεια των ασθενών.

Αρκετές δημοσιευμένες μελέτες τεκμηριώνουν άμεση σχέση μεταξύ επαρκούς αναλογίας νοσηλευτών-ασθενών και:

  • Μείωση νοσοκομειακής θνησιμότητας: Σε νοσοκομεία με 1 νοσηλευτή ανά 8 ασθενείς, η θνησιμότητα είναι υψηλότερη σε σχέση με νοσοκομεία με 1 νοσηλευτή ανά 4 ασθενείς (Journal of American Medical Association, 2002).
  • Βελτίωση αποτελεσμάτων: Ασθενείς σε υποστελεχωμένα τμήματα παρουσιάζουν 6% υψηλότερο δείκτη θνησιμότητας (Needlemann et al., 2011).
  • Μείωση επιπλοκών: Νοσοκομεία με χαμηλή αναλογία νοσηλευτών εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά καρδιακής ανακοπής, πνευμονίας, ουρολοιμώξεων, αιμορραγιών και συμβάντων που αυξάνουν τον χρόνο νοσηλείας (Lasater et al., 2021; Agency for Healthcare Research and Quality Pub. No. 04-0029, 2004).
  • Αύξηση ασφάλειας: Η μελέτη Lancet (2014) αποδεικνύει, για πρώτη φορά σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, τη σχέση μεταξύ υποστελέχωσης και θνησιμότητας, καθώς και με το χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης των νοσηλευτών.
  • Περιορισμός λοιμώξεων: Η υποστελέχωση συνδέεται με αυξημένη διασπορά λοιμώξεων από χρυσίζοντα σταφυλόκοκκο ανθεκτικό στη μεθικιλλίνη (MRSA) (Clements et al., 2008).

Συνοψίζοντας, μικρότερος αριθμός ασθενών ανά νοσηλευτή σχετίζεται με:

  • Μειωμένη θνησιμότητα
  • Μειωμένη συχνότητα καρδιακής ανακοπής, ανεπιτυχούς αναζωογόνησης, αναπνευστικής ανεπάρκειας, πνευμονίας, κατακλίσεων, πτώσεων ασθενών με ή χωρίς τραυματισμό (Stalpers et al., 2015; Cho et al.,2015; Aiken, Sloan et al.,2011; Raffery et al., 2007; Kane et al., 2007; Needlemen et al., 2006)

Αντίθετα, αυξημένος αριθμός ασθενών ανά νοσηλευτή σχετίζεται με:

  • Λανθασμένη χορήγηση φαρμάκων
  • Εμφάνιση κατακλίσεων
  • Πτώσεις ασθενών με τραυματισμό (Cho, Cin,Kim, & Hong, 2016)

Στην Ελλάδα, όπως αναφέρει η ΠαΣΟΝοΠ, υπάρχουν υποστελεχωμένες νοσηλευτικές υπηρεσίες, στις οποίες κατά την απογευματινή και τη νυχτερινή βάρδια ένας ή στην καλύτερη περίπτωση δύο νοσηλευτές φροντίζουν 35-40 ασθενείς, όταν η ελάχιστη ασφαλής αναλογία είναι 1 νοσηλευτής ανά 5 ασθενείς σε γενικά τμήματα.

Μάλιστα, για να γίνει πιο κατανοητό, 2 νοσηλευτές για 40 ασθενείς σημαίνει λιγότερο από 5 λεπτά νοσηλευτικής φροντίδας ανά ασθενή για κάθε βάρδια, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ΠαΣΟΝοΠ.

Εξαντλητικές μειώσεις μισθών και αυξήσεις-ψίχουλα

Εκτός από τη μείωση του προσωπικού, οι νοσηλευτές υφίστανται τα τελευταία χρόνια και μισθολογική απαξίωση, με μειώσεις μισθών, απώλεια 13ου και 14ου μισθού, και δραματική επιδείνωση των εργασιακών συνθηκών.

Η πρόσφατη αύξηση, ύψους 70 ευρώ μεικτά (40 καθαρά) ανά μήνα, μετά από 12 χρόνια μισθολογικής στασιμότητας, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ικανοποιητική.

Την ίδια στιγμή, ενώ από τα απογευματινά χειρουργεία οι γιατροί λαμβάνουν στις περισσότερες περιπτώσεις περισσότερα από 300 ευρώ ανά επέμβαση, οι νοσηλευτές παίρνουν μόλις 12 ευρώ για κάθε χειρουργείο. Κάτι που σημαίνει ότι μπορεί να εργαστούν και 5 ώρες μετά από το οκτάωρό τους για να πάρουν 12 ευρώ.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά την αγοραστική δύναμη για το έτος 2023.

Πιο συγκεκριμένα, η Ελλάδα, όσον αφορά την αγοραστική δύναμη των νοσηλευτών, βρίσκεται στην προτελευταία θέση (67%), ακολουθούμενη μόνο από τη Βουλγαρία.

Επιπλέον, η άρνηση της κυνέρνησης για ένταξη του επαγγέλματος των νοσηλευτών στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα αποτελεί ένα ακόμη πλήγμα του κλάδου.

Ως εκ τούτου είναι επιτακτική η ανάγκη για άμεση λήψη μέτρων όπως:

  • Αύξηση μισθών σε ρεαλιστικά επίπεδα, λαμβάνοντας υπόψη την αγοραστική δύναμη και τις διεθνείς πρακτικές.
  • Ένταξη του επαγγέλματος στα βαρέα και ανθυγιεινά.
  • Βελτίωση των εργασιακών συνθηκών, με μείωση του φόρτου εργασίας και την εξασφάλιση αξιοπρεπών συνθηκών εργασίας.

«Είναι επιτακτική η ανάγκη για άμεση αναθεώρηση του συστήματος υπολογισμού των οργανικών θέσεων νοσηλευτών, λαμβάνοντας υπόψη τις σύγχρονες διεθνείς πρακτικές και τις πραγματικές ανάγκες του ΕΣΥ. Παράλληλα, απαιτούνται μέτρα για την ενίσχυση του κλάδου, όπως η βελτίωση των συνθηκών εργασίας, η αύξηση των μισθών και η δημιουργία κινήτρων για προσέλκυση και διατήρηση προσωπικού», καταλήγει η ΠαΣΟΝοΠ στην ανακοίνωσή της.

news247



ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ



ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ